Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

"Ο ΔΡΑΚΟΣ και το λιβανιστήρι" Α' μέρος. © 2013 γ.κ. 29/10/13

Έβαλα την οδοντογλυφίδα στο βλοσυρό μου μάτι, ξετίναξα την ομίχλη που μου κάλυπτε τις αισθηματικές μου διαστροφές και ξεκίνησα για το ταξίδι στις πλατείες των αναστεναγμών και τις μυρωδιάς από χλωρίνη. Έβγαλα τα ματάκια μου γλυκιά μου πατρίδα ψευτοκουλτουριάρικη γρίπη, αθεράπευτη πόρνη, αγράμματη ιερόδουλη σοφιστικέ, γλυκιά αναμονή της νυχτερινής μου εξόδου. Τα απόθεσαν οι φρουροί της επανάστασης στο μελανοδοχείο της ιστορίας, τα έψησαν στο λευκό χρώμα της λεκάνης, όπου τα γόνατα λυγίζουν από την αφόρητη πίεση στο πέρασμα της ιστορικής μέρας μας... Ο δράκος εκτινάζοντας φλόγες και μακαρόνια με κιμά με κόκκινη πηκτή, πυκνή σάλτσα καθορίζει τους επόμενους αιώνες, καταγράφοντας την σημερινή πραγματικότητα. Στην επαρχία ανθίζει το ρόδι και η ανάπτυξη. Χιλιάδες καρποφόρα δέντρα περιμένουν στωικά τους καβαλάρηδες με τα δρεπάνια να θερίσουν, εκτινάσσοντας τις ηδονές μας πίσω απ' τις φιμέ μας προσδοκίες. Ο δικός μου πατέρας νεκρός από παλιά δεν πρόλαβε να μου χαρίσει τον οβολό του εκτός από ένα μικρό κομπολόϊ και ένα προπολεμικό χαλασμένο ρολόϊ που έκανε τον χρόνο να παγώνει ουρλιάζοντας για το επερχόμενο μέλλον. Έτσι περιφερόμενος στα πλακόστρωτα μονοπάτια με τις μαρμαρίδες, τις μαρμελάδες από βερίκοκο, και τα βούτυρα να βυθίζονται στον γυμνό αφαλό μου, ονειροπολώ και χαράζω το πεθαμένο μου παρελθόν. Δοκιμάζω άγνωστες ουσίες, χωρίς φόβο και πάθος, το λιβανιστήρι της κοινωνικής μου τάξης κραδαίνω, μα οι μαύρες τρύπες παντού, χαμόγελα και ιστορία στον βωμό του δεσπότη με δεμένη την γλώσσα του. Χαραγμένη η παλάμη μου από την πένα, η γραμμή της ζωής κομψή, απροσδιόριστη η πορεία της, καθαρό πλυμένο χέρι, αδούλευτο, το μόνο που κάνει είναι να υποδεικνύει τα χαμένα χρόνια της απελπισμένης παραπλάνησης καθώς ο ήλιος δύει και ο αγέρας δεν λέει να σαρώσει τις ομελέτες και τα ορεκτικά πριν την καταστροφή. Ο καναπές μίλησε, και συντάραξε το πανελλήνιο, απεγνωσμένο τροπάριο, απονενοημένο διάβημα χωρίς αποδέκτη. Αυτός ο κόμπος στο στομάχι, ο καθημερινός γδούπος της πτώσης, ένα μονότονο ποίημα, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, ένα πόνημα ολκής και τεράστιας αποτυχίας, όταν οι άλλοι φυτεύουν ραδίκια και λάπαθα στα απέραντα χωράφια της αποχαύνωσης, είναι κάποιο αγκάθι στο τριαντάφυλλο της ύπαρξής μου... και να φανταστείς ότι ακόμα δεν έριξα νερό στην μούρη μου, ακόμα δεν ρούφηξα τον γλυκόπικρο καφέ μου, είδα την αγαπημένη μου σιωπή να μου γνέφει ουρλιάζοντας, παρασέρνοντάς με σε μια λιτανεία μπλε ήχων και ψηφιακών κόσμων. Εγώ δουλεύω από τα δεκαπέντε τον κόσμο τον είδα από όλες τις πλευρές και τις απόψεις και ανακάλυψα την Αμερική και άλλες τροφικές δηλητιριάσεις από βινύλιο μέσα και έξω, πάνω και κάτω, εγώ δημιούργησα τον μύθο μου και τον καλλιεργώ στην όμορφη μοναξιά μου. Τα δάκρυα και οι κλαυσίγελοι αρμόζουν στα περιστέρια και στα πουπουλένια μαξιλάρια μας, όπου το κεφάλι σωριάζεται κουρασμένο από την πολλή σκέψη, και την ονειρική δημιουργία. Όταν ανθίσει, οι καρποί του θα ταΐσουν τους πεινασμένους λιμοκοντόρους, τις γερασμένες ψεύτικες βλεφαρίδες, και τα φρέσκα σφαχτά των παρελάσεων. Είναι βαριά η καλογερική, το ξέρω και το επικροτώ, μονόδρομος με δράκους και λιβανιστήρια, μεθυσμένους βρικόλακες και γλυκές αναθυμιάσεις χαβιαριού, πεφωτισμένους, καχεκτικούς ασπρομάλληδες σαν τις κορυφές των μαχαιριών που θερίζουν τα ροδοκόκκινα ροσμπίφ με την σάλτσα από τα σάλια τους, και τις οσμές στην λασπουριά από τα πέταλά τους... Στον βούρκο που αφήνουν πίσω τους όλα αυτά ένα πράγμα αναζητώ το απομεσήμερο. Να πιω τον καφέ μου και να πυροβολήσω τον χρόνο, να τον αρχίσω απ΄την αρχή, μηδενίζοντας τις απώλειες. Ξεκινώντας από το άπειρο...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου