Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

THE SERVER


Πως αλλάζουν οι εποχές. Οι κραυγές και οι αγάπες μας. Οι αέρηδες καλπάζουν στα ξενύχτια μας. Και αυτά έγιναν μοναχικές καμπάνες που με χτυπούν πένθιμα κάθε χειμώνα! Τα φώτα κιτρινίζουν τις σκιές μας. Ξεσκεπάζουν τις χαμένες μας ελπίδες που κρύβαμε καλά μέσα μας, τώρα απομεινάρια ενός προαναγγελθέντος θανάτου! Τα λεωφορεία σκοτώνουν την πατρίδα μας ε... Οι τύψεις μας ανύπαρκτες ένα έγχρωμο επεισόδιο με ακροαματικότητα στο φουλ! Οι μουσικές χάνονται με το φως της νεκρής μέρας, στις εφημερίδες διαβάζεις για τον δικό σου νεκρό αδελφό, τους λευκούς γιακάδες τους αιματοβαμμένους, και τις ερωτικές μου ανησυχίες που χάθηκαν στην σκόνη! Όχι της ηρωίνης, ούτε της μορφίνης, απλά στην σκόνη της καθημερινότητας και της θλίψης... Πως αλλάζουν οι υποσχέσεις μιας μεθυσμένης νύχτας, όταν το στόμα πικραίνει την καρδιά μας, όταν δεν ορίζεις την μοίρα σου, και οι μυς γίνονται τροφή στα κοράκια της κολασμένης μας εποχής, καθώς το φως δεν αντέχεις και περπατάς πάνω σε βελόνες, περνώντας πριν μέσα από αυτές, αφομοιώνεσαι, χαράζεις με αυτές ουτοπίες και κλάματα, χρυσοκέντητους δρόμους με κόκκινο βελούδο στρωμένους, με αίμα αθώων φτωχών γερακιών. Τα πουλιά έγιναν κόλαση, τα γεράκια σκόρπισαν στην ναφθαλίνη μας, τα αγρίμια κατάπιαν τον εαυτό τους, και οι κόρες μας ξέσκισαν το κατεστημένο στον όμορφο Αιγαίο! Πως αλλάζουν οι εποχές τελικά... άπειρα λόγια, λόγια, λόγια, λέξεις μαζικές, πετυχημένες μας βομβαρδίζουν επαναλαμβανόμενες! Άοσμες, σαπισμένες υπάρξεις, το έχουμε ρίξει στο απέραντο φαγοπότι, σε ένα απέραντο νεκροταφείο ψυχών και εννοιών, όπου ο Άδης παίρνει εκδίκηση ερχόμενος από την ανατολή. Παλιά έβαζα τις μπότες τις αμερικάνικες, φόραγες τις γερμανικές σου αρβύλες τις ξεφτισμένες και σχηματίζαμε στον χάρτη μας ταξίδια ευτυχισμένα, με όνειρα καυτά, ανεκπλήρωτα... Μετά βρήκα στον τοίχο την μούρη μου τσαλακωμένη πατημένη από αρβύλες και μπότες, με σπασμένα δόντια, και κομμένη γλώσσα, ανήμπορος να αρθρώσω λέξη. Χωρίς να μπορώ να δω τον δικό μου τόπο, χώρο και ύπαρξη! Μαύρισε το τοπίο μου, χώθηκα στην μάζα σας, κατάπια τα σκατά μας και είπα Θεέ μου πόσο μεγάλος είσαι... Και οι άλλοι γελούσαν και έλεγαν πάει το παιδί τάχασε... Πως αλλάζουν οι εποχές, γράφουν οι τοίχοι μας το τέλος μας φωσφοριζέ ψηφιακό μονοπάτι στα τάρταρα και οι λεπίδες έγιναν τα καλώδια usb που με έπνιξαν ευτυχισμένα! Έξω δεν φυσάει καθόλου. Απίστευτο ακόμα και τον άνεμο εξουσιάζουν οι... άλλοι. Και μπουκώνουν τα καλούπια τους με τις σάρκες μου, αιώνια σκληροί από νήμα ύαινας και λιονταριού πετσί, λες και υπάρχει αυτό το μόνο είδος του διαβόλου του φίλου μου οιωνός! Πως άλλαξαν οι εποχές και ο εαυτός μου, της αγάπης εκδικητής και του θανάτου φίλος για λύτρωση και ευδαιμονία. Μα όλα στο μυαλό δεν είναι;

© γ.κ. "The server" 23/10/13

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου