Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

"Ο ΔΡΑΚΟΣ και το λιβανιστήρι" B' μέρος. © 2013 γ.κ. 29/10/13

Το πικραμύγδαλο μου έπεσε από τα χέρια... έσπασε το βάζο και χύθηκε. Τα πουλάκια σπαράζουν στο χορτάρι το ματωμένο από τα δόντια του ήλιου και της ηδονής. Νιώσε τους τελευταίους σπασμούς πριν την γέννα της δολοπλοκίας, τις δονήσεις της ματωμένης γενιάς μου, τα σπέρματα των ομβρίων αρπακτικών και το κόκκινο κρασί στο παγωμένο κελάρι όπου τα πτώματα βρίσκονται νεκρά από αιώνες βασιλικής επικράτειας. Το λιβανιστήρι ρυθμικά λιβανίζει τις σάρκες μας, ο οιωνός της έλξης στο χαρέμι κυλιέται ρυθμικά, σαγηνευτικά το κορμί πάλλεται σαν το φίδι, η λερναία ύδρα με τα κομμένα κεφάλια μπροστά της είναι μωρό στην κούνια με μπιμπερό από πλούσιο κατάστημα κόσμημα της επικράτειας. Τα λεπτά κυλούν αιώνες, το κορμί γδύνεται παντελώς, διακρίνω τους καλογραμμένους της μυς, το κόκκινο βερνίκι στα άκρα, τις ατέλειωτες μάσκες στο πρόσωπο, ο δράκος παίρνει το λιβανιστήρι και το καρφώνει ξαφνικά στον λαιμό της, το βυθίζει με βία, το λευκό κοκκινίζει, οι φλέβες και οι αρτηρίες ευτυχισμένη θηλιά στο κεφάλι μου, ο εφιάλτης γίνεται άνοστο κρέας σαπισμένο πουλερικό, πεταγμένο στα σκουπίδια της αιωνιότητας ,τα φώτα σβήνουν, αυλαία και αποσύνθεση, τι ποίημα! Το επόμενο πρωί είπαμε να εξαγνιστούμε πίνοντας το αίμα της, αλλά ο κακός καιρός με οδήγησε στην γνωστή πλατεία με τις καρφίτσες που δοκιμάζουν τις ζωές τους περνώντας τες μέσα από μια μαύρη τρύπα... Ήπια άρτον και θέαμα, ένιωσα ξανά τα δερμάτινα οπίσθια της να ανεβοκατεβαίνουν νωχελικά στον ψυχωτικό πεζόδρομο με τις ψηλές σφαλιστές πόρτες των κάστρων της αγαπημένης μου διαστροφής. Εγώ ο δράκος της βρωμιάς και της αλητείας ο εκλαμπρότατος θύτης που εξελίχθηκε σε φαντασμαγορικό θύμα, διαπρέπει στα σόσιαλ μίντια σαν τον αυτοκράτορα της μοναξιάς, του ξεπεσμού και της αφάνταστης εξαθλίωσης... να κάτι σαν τον ευλογημένο μου τόπο δηλαδή... έρμαιο, και τυχάρπαστο απολειφάδι χωρίς δόντια! Και αρχίζει το ρέκβιεμ της προηγούμενης μέρας όπου το μοτίβο δεν θέλει να πει κάτι, νεκρικό τοπίο στην ομίχλη της ψυχοσύνθεσης μας, ο ουρανός έσταξε κάποτε χρήμα και δοξάστηκαν και οι φουκαράδες, έγιναν χρυσαφένιοι στυλοβάτες της κοινωνικής μας αποδιοργάνωσης, καμαρώνοντας στα χιλιάδες πτώματα της φυλής των Ζουλού που το έχουν για πουπουλένιο τους στρώμα. Και όταν έπεσε η βαθιά νύχτα ο ζουρλομανδύας τύλιξε την φωτεινή επιγραφή που ακούει στο όνομα ελλάδα , ελευθερία, ελπίδα, έξοδος κινδύνου, εξοστρακισμός, και τέφρα από τα πτώματα σκέπασε την επιφάνεια της κολασμένης ψυχής μας... όλα είναι τόσο ήρεμα και γαλήνια σαν το πριόνι που βρίσκει κόντρα στο κόκκαλο την ώρα της κοπής των μελών μου... Αντιστέκεται, αναδιπλώνεται, αυτοπροσδιορίζεται. Το στόμα έπαθε αγκύλωση, παρέμεινε ανοικτό, από θαυμασμό και οδύνη, από την σφαίρα που καρφώθηκε στον εγκέφαλο της ανυπαρξίας, καθώς με θρύψαλα και αποκαΐδια δεν χαράζεις πατρίδες, ούτε με βολβούς φυτευτούς στα πεδία της σήψης μας, δεν ταξιδεύεις σε όνειρα παιδικά, ούτε δημιουργείς την ποθητή σου τέχνη. Βίαια σκιαγραφείς τον χαμένο πολιτισμό και δοκιμάζεις τις αντοχές σου στο κρύο, την σήψη και την απόγνωση... εμείς είμαστε ναι, με τον δράκο στο αυτί σαν πελώριο σκουλαρίκι, διαστροφικό σύμβολο του γίγνεσθαι και του δια ταύτα και το λιβανιστήρι να μας λιβανίζει πάντα τόσο καλά που να μας έχει καθηλωμένους στης γης τα χώματα τα πικραμένα, χωρίς να διακρίνουμε τα οστά από τα χρυσαφικά μας... Κουνάει ο ήχος την απέχθεια, ρουφάει η μύτη τον καπνό, το δηλητήριο, σπαράζει η μάνα και ο εχθρός μας ο ίδιος μας ο εαυτός. Ο κόσμος μαγική εικόνα. Δύει πίσω μου ο πόνος και οι θεοί που δημιούργησα μια νύχτα πέσαν νεκροί. Ο ερχόμενος χειμώνας μας μια πληγή που δεν θα κλείσει ποτέ.-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου