Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

"Μονόλογος" Β' μέρος.

Λοιπόν άκου και βάλτο καλά στο μυαλό σου, αυτό δεν είναι για πολλούς, αλλά είναι για μυημένους στα βάσανα αυτού μα και του άλλου κόσμου, ξέρεις εσύ καλά θαρρώ και τους δύο, μιας και ξέρω πως είσαι περιπατητής των πάντων, τυχάρπαστος και δολοπλόκος, και θαμώνας του κάτω κόσμου με τις φλογερές στοές των φίλων και γνωστών σου, τότε, εκείνων που στον πόλεμο που κράτησε για χρόνια, έμειναν στα μετόπισθεν, και κρυβόντουσαν στις ποδιές των μανάδων τους, έτσι πλούτισες και συ και άλλοι πολλοί όμοιοι σου, εκμεταλλεύτηκες το αίμα και τον πόνο, το ξέρω, και τώρα κυβερνάς τους γαλαξίες, και εγώ κριτής δεν είμαι κανενός, μα θα στο πω ξανά και αν θέλεις πίστεψέ το, τι πιο αληθινό αφού είμαι εδώ μπροστά σου... ε, εκείνο το βράδυ δεν την γλίτωσα, έτσι που το φαντάζεσαι βέβαια είναι λάθος, όσο και αν προσπάθησαν οι δαίμονες να με εξαφανίσουν, εκείνο το καταραμένο όρνεο του μίσους με κατασπάραξε με τα γαμψά του νύχια, με διέλυσε και οι σάρκες μου έπεσαν στη Γη και φύτρωσαν χορτάρια, λουλούδια με ανθούς με αρώματα εξωπραγματικά, ξεπετάχτηκαν δένδρα πανύψηλα, καρποφόρα, καταπράσινες πεδιάδες γόνιμες σχηματίστηκαν και οι ωκεανοί από κόκκινοι έγιναν μπλε, τυρκουάζ το χρώμα που σ' αρέσει εαυτέ μου... ήρθα που λες μαζί σου εκείνη τη βραδιά στον κάτω κόσμο σαν ψυχή, ανακατεύτηκα με την άβουλη μάζα, πυρακτωμένη λάβα και κραυγές με θλίψη να με πνίγουν, τυραννήθηκα αιώνες στην αφάνεια, στην σιωπή και στη θλίψη... είδα την απόγνωση την μίσησα, για να μην τρελαθώ έπλασα στο μυαλό μου κόσμους εικονικούς ευτυχισμένους λαούς, έπεσαν τα κύτταρά μου νεκρά, μα δεν φώναξα ούτε στιγμή πως είναι άδικο αυτό που μου συμβαίνει, γιατί πραγματικά έτσι έπρεπε να γίνει και οι θεοί κάτι πιο πάνω ξέρουν από μένα, ώσπου μια άγνωστη στιγμή σαν άγγελος από το πουθενά πρόβαλε μια λαμπερή ουράνια οπτασία, με τράβηξε με βία προς τα πάνω, ένιωθα πως βυθιζόμουν μέσα μου, και ανοίγοντας τα μάτια που δεν έβλεπαν πλέον τίποτα, είδα με την ψυχή μου όλο τον κόσμο μονομιάς, όλες τις ευτυχίες, και τις χαρές που άνθρωπος ποτέ δεν είχε νιώσει... ναι όπως τ' ακούς, τυφλό με γύρισε στη Γη καταραμένη μοίρα, μα έχω χάρισμα εξωπραγματικό, του κόσμου πια μοναδικό στολίδι, γεμίζει την ανάσα μου και ξέρω και μπορώ να δω να αφουγκραστώ τα πάντα, τα πριν τα τώρα, τα μετά, και μη θαρρείς δεν είμαι τέρας που εσύ μπορεί να με φαντάζεσαι καταραμένε Άδη, είμαι ψυχή διαφορετική από όλους και από όλα, καμιά φορά λέω μέσα μου είναι σαν τιμωρία να ξέρεις τι θα σου συμβεί και τι θα γίνει σε όλους, τριγύρω αμέτρητοι ανήμποροι γυρίζουν σαν ψυχούλες έρμαιες στον χρόνο που κανείς μας δεν μπορεί να τον σταματήσει, να μην μπορείς καν μυστικό μέσα σου να κρατήσεις γιατί απλά όλα είναι ένα φως που μόνο εσύ γνωρίζεις... γελάς το βλέπω ακόμα και με αυτό, μέσα σου, μα δεν με νοιάζει, όποιος γελάει με τον άλλον τα μούτρα του κοροϊδεύει, ένα μονάχα να θυμάσαι σαν θα φύγεις από εδώ, αγάπησα πολύ, και τώρα με βασανίζουν οι θεσμοί που εσείς οι άλλοι οι τυχεροί αυτής εδώ της πλάσης δημιουργήσατε λες και αιώνια θα ζείτε στις απολαύσεις... και στις στοές τις μισοσκότεινες σαν μαυσωλεία παρακμής... να δες, ξημέρωσε και πάλι και δεν άλλαξε τίποτα σε όλο αυτό το στερέωμα το υπαρκτό, το ζωντανό, και το ανύπαρκτο αυτό που δεν μπορείτε εσείς οι απλοί να δείτε μέρα νύχτα... τίποτα... λες έτσι απλά... μα σαν το δεις προσεκτικά ολημερίς και ολονυχτίς γεννιούνται και πεθαίνουν εκατομμύρια ψυχές σε τούτο εδώ τον τόπο... που οι θεοί με πρόσταξαν να ζήσω, να υπάρξω... Ας γελάσουμε λοιπόν και ας ανάψουμε τα λάβαρα της ευτυχίας μας στον άγονο ετούτο τόπο, ξέρω πως αύριο θα είναι καλλίτερη η μέρα... ουρανέ μου... και ας δούμε μέσα από τα μάτια της ψυχής μας... αντίο θλιμμένε μου εαυτέ!

© γ.κ. 24/9/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου