Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

"Μονόλογος" Α' μέρος.

Θες απόψε να σε κάνω να ανατριχιάσεις; Όταν κάποιο απόβραδο ανέβαινα στον κάμπο πέρα, πίσω από τις ρεματιές του άγονου ετούτου τόπου, σ'αυτό τον μακρινό από τις σκέψεις μας βουνό... σε ένα μικρό ξωκλήσι ξεχασμένο από τον χρόνο και από τους θεούς, όπου ο ήλιος δεν το βλέπει παρά μόνο όταν οι νεκροί με τις ψυχές τους τρελό χορό τις νύχτες μας χαρίζουν, και κάθε θάνατος ματώνει μια καινούργια καταραμένη μέρα, καθώς εγώ τα μάτια μου έχω χάσει από καιρό στον πόλεμο  τούτο που εσύ απόψε μου χαρίζεις... και για  να μην τρελαθώ  ταξιδεύω σε  κάμπους και σε ρεματιές ψάχνοντας για  χαμένους οιωνούς, και κολασμένες εξωτικές υπάρξεις, αθάνατες και χρυσαφένιες διαβολικές ψυχές να  με μυήσουν διαχρονικά μέσ' την αθανασία, γιατί στον θάνατο τρομάζουν μόνο οι θνητοί, και οι πεινασμένοι μας οι ταξιδιώτες που κάθε νύχτα βρίσκω εδώ σαν ξεχασμένες οπτασίες, σκιές μιας άλλης εποχής, κουφάρια γέρικα, σκελετωμένα, έτοιμα να κατασπαράξουν τους θεούς, και  τους ανθρώπους  να τους ρίξουν στα κοράκια... καθώς που λες βρισκόμουν λίγα μέτρα απ' την πηγή, αυτή την κολασμένη μαύρη μας ελπίδα, ξέρεις εσύ σαν μάγος και πραματευτής, αυτά που έχεις ζήσει τόσα χρόνια με τα δικά σου τα χρυσά τα άμφια και με την δύναμη μίας ρομφαίας νικητής, αυτή που στέρεψε από αιώνες, και οι κατάρες σέρνονται σαν το χρυσάφι που κυλά στα σωθικά σου... γυρνώντας ξαφνικά να δω τον ήλιο που μόλις είχε βγει απ' τα πυκνά βασανισμένα σύννεφα της περασμένης μου ζωής, το χέρι λες και ήταν του Θεού σας, σαν κεραυνός από του κάτω κόσμου τα δαιμόνια, ξέσχισε την απέραντη ανάσα μου, φωτίζοντας τον κάμπο που έτρεχαν τα ξωτικά και τα τελώνια να κρυφτούν σε μέρη όπου η γης δεν έχει ξανακούσει, και ξάφνου χάθηκε ο ήλιος, που ούτε για λεπτό δεν μπόρεσα να δω με τα κρυμμένα μυστικά που έχω μαζί μου, με σώριασε που λες στο χώμα, με βύθισε στις ενοχές μου και στα  πικρά και ματωμένα μου γιατί... να, λίγα μέτρα από την αραχνιασμένη πόρτα της καρδιάς μας, με διαμέλισε σε άπειρα κομμάτια στους αιθέρες ο αγέρας που ξαφνικά ξεσήκωσε την πλάση, να μην μπορώ από ποτέ τον εαυτό μου να γνωρίσω, χιλιάδες πεθαμένες ανεμώνες, μικρά θανατηφόρα πλάσματα του παρελθόντος με κυρίευσαν, σκουληκιασμένοι οι καρποί από αιώνες, τα σουβλερά τους δόντια σαν την καταπακτή αυτή που ανοίγοντας τού Άδη, που πας και κάνεις τις θυσίες σου πιωμένος από τους χρησμούς και τις ουσίες που μάταια σε ξόρκισαν, και που δεν  βρήκες την ανάπαυση που σου αρμόζει... συνέτριψαν ότι είχε απομείνει από αυτό τον συρφετό από όνειρα και ματαιοδοξίες, λες και οι θεοί δεν ξέρουν πως δεν χάραξε ποτέ, και πως ποτέ χαρά δεν είδαν τα συντρίμμια μου, μήτε θα δουν σε αυτό που μ'απομένει στα σκοτάδια... μάταια άπλωσα τα νεκρικά μου χέρια ν'ανοίξω την ιερή σου πύλη θησαυρέ, διάβολε που τυραννάς κάθε ευαίσθητη χορδή μου, να σκοτεινιάζει ξάφνου και να μην έχει δει ανθρώπου μάτι την καταστροφή που με τα μάτια της ψυχής μου ζούσα, να σκίζεται στα δυό η Γης, να με τραβούν χιλιάδες χέρια στα τρίσβαθα μια μαύρης μας κατάρας, που τόσα χρόνια μάταια παλέψαμε μαζί να την διαβούμε, χωρίς, τέλος και αρχή, δίχως ο πόνος να μπορώ να περιγράψω, να είμαι το πηκτό το αίμα που στις  θυσίες μας πηγάζει από τα ζωντανά, που στα τσιγκέλια μας σφαδάζουν τα όνειρά μας, να κοκκινίζει ο κάμπος μονομιάς, τα  φίδια από την  ρεματιά να έρχονται να με ξεσκίσουν, και τα ποτάμια τη σάρκα μου με την καυτή μας λάβα να εξουσιάζουν ηδονές, ξερνώντας θειάφι, όπιο των λαών να είναι ανεκπλήρωτος ο έρωτας μας... ναι, ήμουν εκεί ανήμπορος αιώνες, άβουλος, καθηλωμένος φτωχός υπηρέτης και ταξιδευτής της απραξίας, στα σκοτεινά λαγούμια σερνόμουν σαν ένα μικρό καταραμένο ζώο, χωρίς χθες, χωρίς αύριο, μια οργιά μακριά από τον παράδεισο που με ανάγκασες να  προσκυνήσω, μ'έχεις καθηλωμένο εαυτέ μου δολοφόνε, δια παντός ευτυχισμένο στης κόλασης  μου τον παράδεισο... μα πες μου όμως, δεν αναρωτιέσαι πως έζησα από εκείνη την καταραμένη μέρα, και σου εξιστορώ τώρα εδώ, αυτό που όσο ζω θα το θυμάμαι;  

© γ.κ. 23/9/13

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου