Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

"θέα πεζόδρομος..." © 2014/2/10 γ.κ.

Νάμε πάλι, πικρός, 
στην μεγάλη ευθεία, φως,
με τις καμπυλότητες...
με την κίτρινη γραμμή της ορμής μου,
με τα εμπόδια, στον στίβο... 
Ο σκύλος που κυνηγάει την ουρά του,
ο άνθρωπος που δαγκώνει τον εαυτό του...
η δημιουργία της ευθείας... ψυχής...
Να παλεύουν τα βλέμματα να επικοινωνήσουν,
μέσα στην θλίψη της μοναξιάς,
στην ευτυχία της μοναχικότητας.
Τα βήματα στην αρχή γρήγορα,
παστωμένη πατάτα στο αλάτι,
αλμύρα και πικρόχολη απομόνωση...
Δεν έχει φως πουθενά,
ακόμα ο ήλιος δεν έπεσε,
φωτίζει ψυχρός, απρόσκλητος καλεσμένος...
δεν έχει λόγο,
μόνο ήχο εξτριμ, μονότονο!
Θέλω χοντρά γυαλιά... με παραμόρφωση...
να δω την τύφλα μου την μαγεμένη!
Πως παλεύω τυφλός στην απεραντοσύνη της σαχλαμάρας;
Γριές ψυχές έμειναν πίσω από το φως,
παρθένες κορασίδες μόνο, χάσκουν στο άπειρο!
Τα δύο άκρα σε κοιτούν,
σε θαυμάζουν, σαλιαρίζοντας...
με ποθούν με σάρκα-ζουν,
στο πέρασμα της νύχτας που πλακώνει...
βαρύ και απύθμενο...
πονάει ο τένοντας πάλι!
Τέτοια βουή χωρίς σύνορα ζω...
χωρίς ουσία... χωρίς κρασί λευκό μαλαματένιο,
γίνεται καταπέλτης, βαρύς πέλεκυς
χωρίς δάκρυα και πολλά πολλά τερτίπια...
Στο πεζόδρομο της εφηβείας μου...
δίπλα στον σκύλο -αλήτη-,
αυτόν που γνωρίζει καλά τα γεγονότα,
τα τέρατα, τα ξωτικά, τους χαμαιλέοντες
και ψυχές αλλοτριωμένες,
απ' το προηγούμενο βράδυ,
που δεν μιλά, δεν γελά, δεν ονειρεύεται...
απλά κοιτά, δακρύζει, κραυγάζει ενίοτε,
βαδίζει μαζί σου...
σε ένα δρόμο πλασμένο ονειρικά,
σκηνή θεάτρου, επιτυχίας σινεμά,
φιλμαριστό βίντεο πασπαλισμένο ζάχαρη άχνη,
παράσταση βραδινή μόνο για βρυκολάκους...

Να φανταστείς ψυχή μου...
δεν βρήκα καθαρό χαρτί,
να γράψω πόνους παρελθόντος,
να χαράξω πορεία παρόντος,
και να μην ξανακάνω τις τεθλασμένες να ραγίσουν!
Όλα τα άλλα είναι άπειρο στα πεφταστέρια μας.

Τόσο ερημιά σε κάθε βήμα συναντάς μόνο αιώνες πριν,
μόνο σε μυστικούς παπύρους της ανατολής!
Μια κραυγή της δύσης η πατρίδα μου,
ο βιότοπος της ψευτιάς,
της ανυπαρξίας μου,
μιας ελπίδας πλαστής και υγιούς παραίσθησης...
ένα σάλιο που ντρέπεσαι να το ρίξεις στο χώμα!

Με καρφώνουν οι δέσμες φωτός,
με τυφλώνουν ξανά,
ανάβουν τα φώτα της πόλης!
Ο σκύλος αποχωρεί ,
ο ήλιος απομακρύνεται,
με βλέπουν όλοι σαν κλόουν,
που δεν γελά, ενώ πρέπει,
που δεν μιλά, αποτρελάθηκε,
ενώ δεν θάπρεπε...
χωρίς μπογιές,
χωρίς πολύχρωμα κολάρα,
χωρίς φανταστικά κραγιόν,
σε χρώμα αίματος και πάθους...

Δεν ξέρει ούτε ο Θεός τον εαυτό του,
κουράστηκε να γράφει τις δέκα εντολές,
που στην πορεία έγιναν χιλιάδες...
Στο τέλος οι πλάκες θα σβηστούν,
θα έρθουν άγριες καταιγίδες,
θα με δω, θα με δεις, βλεπόμαστε τακτικά...
θα με απορρίψεις, θα πληγωθείς,
γραμμένα όλα από καιρό!
Τελικά δεν έχει νόημα και πολύ!
Τίποτα δεν έχει κάτι να μας πει, και πάντα!
Όλοι μιλάμε, όλοι ακούμε μόνο εμάς!
Όλοι οι άλλοι χορεύουν,
στο χορό της εκτεταμένης ανυπαρξίας,
στον έναστρο ουρανό,
στα τύμπανα της Αθηνάς της αρχαίας,
των δώδεκα θεών και τεράτων,
κάτω από την ακρόπολη της ζωής!
Τα πλακάκια, τα μάρμαρα του παρελθόντος μου!
Οι άγριοι καιροί σιωπούν, για πάντα!
Οι ήρεμοι απεβίωσαν προ πολλού!
Δεν υπάρχει τίποτα άξιον λόγου!
Κυριαρχεί ο απών!

the end. (on the street.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου