Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

επιστροφή...

Τις νύκτες αυτές, αργεί να ξημερώσει. Δεν το θέλω! Δεν είναι το κρύο, που μου αρέσει, ούτε ο άνεμος που δεν έχει έτσι και αλλιώς. Είναι η σιωπή! Η εσωτερική μου αναζήτηση, η αναδρομή στην ζωή μου, οι σκέψεις και φυσικά τα όνειρα! Ειδικά όταν βρέχει πολύ, σαν χθες ήμουν για ώρες στο σκοτεινό μου μπαλκόνι και μύριζα την βροχή, άκουγα την μελωδία του ήχου της, έτσι που έπεφτε σε όλα τα άψυχα και έμψυχα αντικείμενα γύρω μου... Απολάμβανα τα ποτάμια που είχαν σχηματιστεί στους δυό κατηφορικούς δρόμους αριστερά και δεξιά του ματιού μου, φουρτουνιασμένα με λασπουριά γεμάτα, και με άγνωστα αντικείμενα, ξέπλεναν νυχτερινές αμαρτίες ψυχών, πρωινές δολοπλοκίες Αθηναϊκής τρέλας... Ήμουν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος! Ζούσα το μεγαλείο της φύσης μέσα στην απάνθρωπη τσιμεντούπολη. Ήμουν ο μαέστρος της επιστροφής μου! Ο βασιλέας της βροχής, ο μάγος της φυλής, ο καπετάνιος της πολύβουης σιωπής... Τα εσωτερικά χαμηλά φώτα μισόκλειστων παραθύρων γύρω μου, ήταν οι σπίθες των άλλων, άγνωστων οντοτήτων που κλεισμένοι στα κλουβιά τους συνθλίβονταν με τους εφιάλτες απέναντι στον καθρέφτη τους... Κανένας ερωτικός αναστεναγμός τους δεν θα μπορούσε να μου αποσπάσει την προσοχή από το ταξίδι μου στο άγνωστο αύριο... Και ξανά... 

2
Να πέφτει ατέλειωτη βροχή, καταρρακτώδη, να κυματίζει το λάβαρο στο πλοίο της επιστροφής μου μέσα στα θολά νερά της ουτοπίας, να γελάει ο μοναδικός θεός μας με τον πόνο μας, και η θεά της σοφίας να μας ωθεί στην πτώση! Με τον καιρό αναζητάς το φως, παρακαλώντας να φέξει, να βγει ο ήλιος καυτός στυλοβάτης γεγονότων, φωτεινή ελπιδοφόρα ανάσταση... Να έχει πλέον καθαρίσει ο χείμαρρος τις βρομιές μας, να έχει λειάνει την σάρκα μας, το πετσί μας να έχει γίνει σκληρό γυαλόχαρτο, να αντέχει την θλίψη και τον σπαραγμό. Τον θάνατο όχι! Αυτόν το είχες δει την νύχτα, Ανάσταση, μα το μετάνιωσες την μέρα και έριξες νερό απ' την βρύση στο ματωμένο πρόσωπό σου. Όχι δεν τον αντέχεις, αλλά και δεν τον αναζητάς... Τον προσπερνάς και τραγουδάς στο δάσος με τις πολύχρωμες πεταλούδες, χορεύεις στις πλατείες με τα λευκά περιστέρια και πνίγεις την σιωπή στην λίμνη με τα γλαροπούλια. Τα επόμενα που ακολουθούν είναι τόσο ονειρεμένα, τόσο ειδυλλιακά που δεν έχω λόγια να τα περιγράψω. Απλά τα ζω πριν ξανά-φέξει πάλι! Ασταμάτητη και βροντερή βροχή σε αγαπώ... Και αν ξαφνικά σωπάσεις;

3
Και αν δεν πέφτει βροχή; Θα κρατήσω το σπασμένο ποτήρι κοφτερό γυαλί, δεν θα κόψω φλέβες, θα αδειάσω την κόλαση στα θρύψαλα, θα αφήσω το ξημέρωμα να με αγριέψει μια γλυκιά καλοκαιρινή ανάμνηση, γιατί με αυτές μόνο ζω, θα πάρω λοιπόν τους γκρίζους δρόμους, θα χαράξω στους πολύχρωμους χαρταετούς όνειρα, να τους πάρει ο άνεμος, θα τραγουδήσω το ρέκβιεμ του Μότσαρτ, και θα βυθιστώ στο εξωπραγματικό εγώ μου. Θα φωτογραφηθώ γυμνός από τα πάθη μου, θα κηρύξω πολέμους με τους εφιάλτες μου, θα ντυθώ αυτοκράτορας της συνείδησης και εραστής της απόδρασης μου. Θα δραπετεύσω σε ουρανούς χωρίς βαρύτητα, όπου το ανύπαρκτο γίνεται υπαρκτό, και τα όνειρα μου θάλασσα γαλανή... Εκεί θα επιπλεύσω στην μέθη μου, θα δημιουργήσω νέα ζωή, νέα ατμόσφαιρα. Εκεί θα αφήσω την τέχνη μου να χαράξει αιώνες μάθησης και εσωτερικής απόλαυσης, οι λαοί δεν θα πολεμούν για το χρήμα, θα λατρεύουν τον έρωτα και την διαστροφή, την αγάπη και την κολασμένη μας φύση... Θα παγώσω τον χρόνο, και θα μείνω αθάνατος με τον έρωτά σου! Είμαι στον θάλαμο του νοσοκομείου, μόνος θλιβερή σκιά μιας ουτοπίας διαχρονικής, μιας ασύλληπτης χίμαιρας, έξω απ΄το παράθυρο το χιόνι πέφτει πυκνό στο πάρκο με τις λευκές Χριστουγεννιάτικες ελπίδες, ξημερώνει ξανά, και κάνει ένα παλιόκρυο, οι λεπίδες θα σχίζουν την ανάσα μας και τον ορίζοντα για χρόνια, ή μήπως δεν είναι έτσι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου